Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κυκλοφορικός κυκλοφορική κυκλοφορικό
γενική κυκλοφορικού κυκλοφορικής κυκλοφορικού
αιτιατική κυκλοφορικό κυκλοφορική κυκλοφορικό
κλητική κυκλοφορικέ κυκλοφορική κυκλοφορικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κυκλοφορικοί κυκλοφορικές κυκλοφορικά
γενική κυκλοφορικών κυκλοφορικών κυκλοφορικών
αιτιατική κυκλοφορικούς κυκλοφορικές κυκλοφορικά
κλητική κυκλοφορικοί κυκλοφορικές κυκλοφορικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυκλοφορικός < κύκλος + φέρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ci.klɔ.fɔ.ɾi.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ci.klɔ.fɔ.ɾi.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ci.klɔ.fɔ.ɾi.ˈkɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κυκλοφορικός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία