Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική κυκλοφοριακός κυκλοφοριακή κυκλοφοριακό
γενική κυκλοφοριακού κυκλοφοριακής κυκλοφοριακού
αιτιατική κυκλοφοριακό κυκλοφοριακή κυκλοφοριακό
κλητική κυκλοφοριακέ κυκλοφοριακή κυκλοφοριακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κυκλοφοριακοί κυκλοφοριακές κυκλοφοριακά
γενική κυκλοφοριακών κυκλοφοριακών κυκλοφοριακών
αιτιατική κυκλοφοριακούς κυκλοφοριακές κυκλοφοριακά
κλητική κυκλοφοριακοί κυκλοφοριακές κυκλοφοριακά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυκλοφοριακός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κυκλοφοριακός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία