Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακινησία ακινησίες
γενική ακινησίας ακινησιών
αιτιατική ακινησία ακινησίες
κλητική ακινησία ακινησίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακινησία < από το αρχαίο ἀκινησία. < Από το ἀκίνητος.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακινησία θηλυκό

  • Η πλήρης, ή σχεδόν πλήρης, απώλεια κίνησης.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:ο πληθυντικός είναι σπάνιος, πχ. "καταγράφηκαν 2.100 ακινησίες οχημάτων"

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία