Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακινητοποιώ < ακίνητος + ποιώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ακινητοποιώ

  1. καθιστώ ακίνητο
    η αστυνομία ακινητοποίησε το ύποπτο όχημα

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία