Δείτε επίσης: ῥοή

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ροή οι ροές
      γενική της ροής των ροών
    αιτιατική τη ροή τις ροές
     κλητική ροή ροές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ροή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥοή [1]
για την συνεχή παροχή < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική flow
για τη βιομηχανία < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Fliessbandarbeit

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɾoˈi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ρο‐ή
ομόηχο: ροΐ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ροή θηλυκό

  1. (για υγρά) η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει
  2. (φυσική) η συνεχής κίνηση (συνήθως υγρού) προς κάποια κατεύθυνση
  3. (γενικότερα) η σειρά στοιχείων που το ένα κινείται ή εναλλάσσεται συνεχώς με το άλλο
  4. η συνεχής ομιλία και μετάδοση του λόγου
  5. (μεταφορικά) η συνεχής αλλαγή μιας κατάστασης, η πορεία, η συνέχεια
  6. (βιομηχανία) η εργασία που γίνεται σε μια κυλιόμενη επιφάνεια και κατά την οποία κάθε εργάτης συμπληρώνει διαδοχικά τη δουλειά του προηγούμενου μέχρι να ολοκληρωθεί το προϊόν
  7. (πληροφορική) flow: η σειρά με την οποία εκτελούνται τα διάφορα τμήματα ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή
  8. (πληροφορική) stream: τα δεδομένα που αποστέλλονται ή λαμβάνονται στη σειρά (σειριακά), όπως σε αποθηκευτικό μέσο (πχ. σκληρός δίσκος), σε δικτυακή επικοινωνία, κλπ.
    δείτε επίσης: ροή δεδομένων (data stream)

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία