Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνέχεια συνέχειες
γενική συνέχειας συνεχειών
αιτιατική συνέχεια συνέχειες
κλητική συνέχεια συνέχειες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνέχεια < συνεχής < συν + έχω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.ˈnɛ.çi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνέχεια θηλυκό

  1. η έλλειψη διακοπής
    η συνέχεια της ύλης
    η λύση της συνέχειας του δέρματος
  2. το μέρος που ακολουθεί
    τη συνέχεια της ιστορίας θα παρακολουθήσετε στο επόμενο επεισόδιο
  3. (μαθηματικά) η ιδιότητα των συνεχών συναρτήσεων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνέχεια < συνεχώς < συνεχής < συν + έχω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.ˈnɛ.ça/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

συνέχεια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία