Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συνεχής η συνεχής το συνεχές
      γενική του συνεχούς της συνεχούς του συνεχούς
    αιτιατική τον συνεχή τη συνεχής το συνεχές
     κλητική συνεχή(ς) συνεχής συνεχές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συνεχείς οι συνεχείς τα συνεχή
      γενική των συνεχών των συνεχών των συνεχών
    αιτιατική τους συνεχείς τις συνεχείς τα συνεχή
     κλητική συνεχείς συνεχείς συνεχή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνεχής < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική συνεχής < συνέχω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.neˈçis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συ‐νε‐χής
ομόηχο: συνεχείς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συνεχής

  1. αυτός που δεν έχει διακοπές, αυτός που συμβαίνει αδιαλείπτως.
  2. ο συνεχόμενος
  3. ο συνδεόμενος
  4. αυτός που επικοινωνεί με άλλους χώρους ή καταστάσεις (συνεχή δωμάτια)
  5. που μπορεί να πάρει οποιαδήποτε τιμή μέσα σε ένα ευρύ πεδίο συνεχών τιμών

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ συνεχής τὸ συνεχές οἱ, αἱ συνεχεῖς τὰ συνεχ
Γενική τοῦ, τῆς συνεχοῦς τοῦ συνεχοῦς τῶν συνεχῶν τῶν συνεχῶν
Δοτική τῷ, τῇ συνεχεῖ τῷ συνεχεῖ τοῖς, ταῖς συνεχέσι(ν) τοῖς συνεχέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν συνεχ τὸ συνεχές τοὺς, τὰς συνεχεῖς τὰ συνεχ
Κλητική συνεχές συνεχές συνεχεῖς συνεχ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική συνεχεῖ
Γενική-Δοτική συνεχοῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνεχής < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συνεχής, -ής, -ές

  ΠηγέςΕπεξεργασία