Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σημειογραφία οι σημειογραφίες
      γενική της σημειογραφίας των σημειογραφιών
    αιτιατική τη σημειογραφία τις σημειογραφίες
     κλητική σημειογραφία σημειογραφίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σημειογραφία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σημειογραφία θηλυκό

  • σύμβολα-χαρακτήρες ενός φορμαλισμού-μηχανισμού - ενός γνωστικού πεδίου (λεκτική, μαθηματική, κβαντική μηχανική, μουσική, ντραμιστική σημειογραφία)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία