Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική χρόνιος χρόνια χρόνιο
γενική χρόνιου χρόνιας χρόνιου
αιτιατική χρόνιο χρόνια χρόνιο
κλητική χρόνιε χρόνια χρόνιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρόνιοι χρόνιες χρόνια
γενική χρόνιων χρόνιων χρόνιων
αιτιατική χρόνιους χρόνιες χρόνια
κλητική χρόνιοι χρόνιες χρόνια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρόνιος < αρχαία ελληνική χρόνιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρόνιος -α -ο

  1. που διαρκεί για χρόνια
    χρόνιος εθισμός
    θεραπευτήριο χρονίων παθήσεων
  2. που επαναλαμβάνει κάτι επί χρόνια
    χρόνιος καπνιστής

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Σε λόγιες χρήσεις ο τόνος κατεβαίνει στη γενική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

---


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρόνιος < χρόνος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρόνιος, α, ον και χρόνιος,ος,ον

  1. που διαρκεί πολύ χρόνο
  2. που παρατείνεται, χρονίζει, καθυστερώ|καθυστερεί]]