Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρονίζω < αρχαία ελληνική χρονίζω < χρόνος

  ΡήμαΕπεξεργασία

χρονίζω

  1. γίνομαι ενός έτους, κλείνω ένα χρόνο ζωής
    Χρόνισε κιόλας το παιδί; Να σας ζήσει!
    Δεν το πιστεύω ότι χρόνισε αυτή η κυβέρνηση!
  2. καθυστερώ, τραβάω σε μάκρος
    Άντε ρε παιδιά, πάρτε μια απόφαση να ξεμπερδεύουμε. Χρονίσαμε εδώ πέρα
  3. (φυσική) καταμετρώ συγκριτικά τον χρόνο γεγονότος σύμφωνα με όργανό μου, όμως χωρίς να μπορώ να επιβάλλω συμπαντικά ενιαία ροή του χρόνου - καταμετρώ συγκριτικά χρόνο όμως έχοντας επίγνωση της σχετικότητας της ροής του χρόνου ανά παρατηρητή, χρονομετρώ υποκειμενικά κι έχοντας επίγνωση περί αυτού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρονίζω < χρόνος

  ΡήμαΕπεξεργασία

χρονίζω

  1. περνώ ένα χρονικό διάστημα κάπου, δαπανώ πολύτιμο χρόνο, καθυστερώ, χρονοτριβώ
    Καμβύσῃ δὲ τῷ Κύρου χρονίζοντι περὶ Αἴγυπτον καὶ παραφρονήσαντι....
  2. επιμηκύνομαι, παρατείνομαι (π.χ. για ασθένεια κ.ά.)
    πολέμου χρονισθέντος
  3. μεγαλώνω σε ηλικία
    χρονισθεὶς δ᾽ ἀπέδειξεν ἔθος: όταν ενηλικιώθηκε έδειξε ότι ...
  4. παλιώνω (π.χ. για κρασί)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία