Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρονισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρονισμός αρσενικό

  1. η ρύθμιση ενός μηχανισμού ώστε κάποια λειτουργία του να συμβαίνει σε κατάλληλο χρόνο, σχετικό με άλλη λειτουργία της
  2. η επιλογή του χρόνου στο οποίο θα γίνει κάποια ενέργεια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία