Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ρύθμιση οι ρυθμίσεις
      γενική της ρύθμισης
ρυθμίσεως*
των ρυθμίσεων
    αιτιατική τη ρύθμιση τις ρυθμίσεις
     κλητική ρύθμιση ρυθμίσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρύθμιση < μεσαιωνική ελληνική ῥύθμισις < αρχαία ελληνική ῥυθμίζω < ῥυθμός < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srew- (ρέω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɾiθ.mi.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρύθμιση θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω
    1. τακτοποίηση κάποιου πράγματος, ώστε να λειτουργεί σωστά και εύρυθμα
    2. (κατ’ επέκταση) τακτοποίηση, κανονισμός, διακανονισμός, διευθέτηση
    3. κανονισμός του ρυθμού μιας πράξης ή ενέργειας
  2. (πληροφορική) setting: η δυνατότητα προσαρμογής λογισμικού (software) ή υλισμικού (hardware), ώστε να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό
    ※  [...] θα δούμε πώς μπορούμε να κάνουμε το Git να λειτουργεί με πιο εξατομικευμένο τρόπο, εισάγοντας αρκετές σημαντικές ρυθμίσεις διαμόρφωσης [...]» (Pro Git 2nd ed. Edition) [1]

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία