Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

control < μέση αγγλική controllen < παλαιά γαλλική contrerole[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kənˈtɹəʊl/ και /kənˈt(ʃ)ɹoʊl/
control 
συλλαβισμός: con‐trol

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
control controls

control (en)

  1. ο έλεγχος
  2. η ρύθμιση
  3. η διακυβέρνηση
  4. (πληροφορική) στο πληκτρολόγιο πλήκτρο με ιδιαίτερη σημασία διότι στην ταυτόχρονη χρήση με άλλα πλήκτρα εκτελεί ειδικές εργασίες (Control + πλήκτρο)
    συντομογραφίες: ctrl, Ctrl, CTRL
    δείτε επίσης: Control+C
    δείτε επίσης: Control key στην αγγλική Βικιπαίδεια
  5. (πληροφορική, GUI) βλ. συνώνυμο: widget (γραφικό στοιχείο)

  ΡήμαΕπεξεργασία

control (en)

  1. ελέγχω
  2. ρυθμίζω
  3. κυβερνώ

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • control στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. control, στο λεξικό Merriam-Webster