Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσαρμογή προσαρμογές
γενική προσαρμογής προσαρμογών
αιτιατική προσαρμογή προσαρμογές
κλητική προσαρμογή προσαρμογές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσαρμογή < ελληνιστική κοινή προσαρμογή < προς + αρμόζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾɔ.saɾ.mɔ.ˈʝi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσαρμογή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία