Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προσαρμογή οι προσαρμογές
      γενική της προσαρμογής των προσαρμογών
    αιτιατική την προσαρμογή τις προσαρμογές
     κλητική προσαρμογή προσαρμογές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσαρμογή < ελληνιστική κοινή προσαρμογή < προς + αρμόζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾɔ.saɾ.mɔ.ˈʝi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσαρμογή θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσαρμόζω
    1. το ταίριασμα κάποιων πραγμάτων μεταξύ του και η σύνδεσή τους
    2. η τροποποίηση και αλλαγή που γίνεται σε κάτι, προκειμένου να ταιριάζει ή να συμφωνεί με κάτι άλλο
  2. (πληροφορική) βλ. συνώνυμο ρύθμιση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία