Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

timp (ro) αρσενικό

  1. ο καιρός, ο χρόνος
    n-avem timp - δεν έχουμε χρόνο/καιρό

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία