Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /taɪm/
ομόηχο: thyme

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

time (en) (πληθυντικός times)

  1. ώρα
  2. (οικείο) μέσα (φυλακή)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • waste no time (in) doing something: μη σπαταλάς χρόνο σε/στο
  • at the same time: ταυτόχρονα, συγχρόνως
    Συνώνυμα: in tandem
  • until the end of time: για πάντα



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
time times

time (pt) αρσενικό