Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άλλοτε < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

άλλοτε

  1. κάποτε, παλιότερα, σε άλλη εποχή
  2. κάποιες φορές (πχ. άλλοτε ... άλλοτε ...)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία