Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

timely (en)

  1. σωστά χρονισμένος, ορθόχρονος, ορθοχρόνιστος[1][/ˈtʌɪmli/

adjective done or occurring at a favourable or useful time; opportune.][2]

  1. επίκαιρος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία