Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συγχρονία οι συγχρονίες
      γενική της συγχρονίας των συγχρονιών
    αιτιατική τη συγχρονία τις συγχρονίες
     κλητική συγχρονία συγχρονίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγχρονία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική synchronie < ελληνιστική κοινή σύγχρον(ος) + -ία.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε συγ- + χρόν(ος) + -ία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /siŋ.xɾoˈni.a/
συλλαβισμός: συγ‐χρο‐νί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συγχρονία θηλυκό

  • (γλωσσολογία) το σύνολο των γλωσσικών στοιχείων που εμφανίζονται στον ίδιο χρόνο και σε συγκεκριμένο τόπο, δηλαδή σε συγκεκριμένο σύστημα
    Σήμερα στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών θα μελετήσουμε το πρόθημα «τηλε-» στη συγχρονία του δίνοντας παραδείγματα από τους αρχαίους συγγραφείς. Αύριο θα δούμε το «τηλε-» διαχρονικά και τη χρήση του στα νέα ελληνικά και σε άλλες γλώσσες.
     αντώνυμα: διαχρονία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη χρόνος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία