Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γλωσσικός η γλωσσική το γλωσσικό
      γενική του γλωσσικού της γλωσσικής του γλωσσικού
    αιτιατική τον γλωσσικό τη γλωσσική το γλωσσικό
     κλητική γλωσσικέ γλωσσική γλωσσικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γλωσσικοί οι γλωσσικές τα γλωσσικά
      γενική των γλωσσικών των γλωσσικών των γλωσσικών
    αιτιατική τους γλωσσικούς τις γλωσσικές τα γλωσσικά
     κλητική γλωσσικοί γλωσσικές γλωσσικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλωσσικός < γλώσσα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γλωσσικός

  1. ο σχετικός με την γραπτή και προφορική επικοινωνία, με το λόγο
  2. ο σχετικός με το όργανο της γλώσσας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία