Δείτε επίσης: διδαχτικός, διδακτός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική διδακτικός διδακτική διδακτικό
γενική διδακτικού διδακτικής διδακτικού
αιτιατική διδακτικό διδακτική διδακτικό
κλητική διδακτικέ διδακτική διδακτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διδακτικοί διδακτικές διδακτικά
γενική διδακτικών διδακτικών διδακτικών
αιτιατική διδακτικούς διδακτικές διδακτικά
κλητική διδακτικοί διδακτικές διδακτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διδακτικός < αρχαία ελληνική διδακτικός < διδάσκω

προφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.ðak.ti.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διδακτικός

  1. που αναφέρεται ή χρησιμοποιείται στη διδασκαλία
    διδακτικό βιβλίο
  2. που περιέχει ένα δίδαγμα
    ένα πολύ διδακτικό πάθημα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία