Σλοβακικά (sk) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

čas (sk) αρσενικό

  1. ο χρόνος
    • η θεμελιώδης έννοια που αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος
    • το χρονικό διάστημα
    • (γραμματική) ο ρηματικός τύπος που δείχνει αν έγινε, γίνεται ή θα γίνει αυτό που σημαίνει το ρήμα



Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

čas (cs) αρσενικό

  1. ο χρόνος
    • η θεμελιώδης έννοια που αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος
    • το χρονικό διάστημα
    • (γραμματική) ο ρηματικός τύπος που δείχνει αν έγινε, γίνεται ή θα γίνει αυτό που σημαίνει το ρήμα