Δείτε επίσης: Γέρα, γέρα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γερά < γερός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

γερά

  1. σταθερά
  2. δυνατά, με δύναμη, με σθένος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

γερά