Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

strongly < strong + -ly

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

strongly (en)

  • δυνατά
    He entered the match strongly with a goal.
    (Αυτός) μπήκε στον αγώνα δυνατά με γκολ.

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία