Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαζεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος μαζεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαζεύομαι

  1. περιορίζομαι σε ένα χώρο ή σε συμπεριφορά, δείχνω συστολή, αποσύρομαι από κάπου
    Μαζέψου λίγο!
    Δεν θα μαζευτείς σπίτι καμιά φορά;
    Την φλέρταρε, αλλά μαζεύτηκε όταν έμαθε ότι ενδιαφερόταν για εκείνην ο καλύτερος φίλος του
  2. πάω σε μια μια συγκέντρωση, πλησιάζω άλλους ανθρώπους
    Θα μαζευτούμε στου Κώστα
  3. πλησιάζω με άλλους σε ένα σημείο
    ας μαζευόμαστε στο τραπέζι σιγά-σιγά για να φάμε καμιά φορά

συνώνυμαΕπεξεργασία


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


ΑντώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία