Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μικραίνω < μικρός

  ΡήμαΕπεξεργασία

μικραίνω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία