Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συντομεύω < σύντομος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sin.dɔ.ˈmɛ.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

συντομεύω

  1. (μεταβατικό) μειώνω τη χρονική διάρκεια
  2. (αμετάβατο) γίνομαι πιο σύντομος
  3. επισπεύδω κάτι ώστε να ολοκληρωθεί σύντομα
    ο πρόεδρος ζήτησε από τον ομιλητή να συντομεύει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία