Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κουλό τα κουλά
      γενική του κουλού των κουλών
    αιτιατική το κουλό τα κουλά
     κλητική κουλό κουλά
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουλό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: κουλός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουλό ουδέτερο

  1. (κακόσημο) το χέρι
    πάρε το κουλό σου, γιατί θα σ’ το σπάσω!
     συνώνυμα: ξερό
  2. (κακόσημο) (σπάνιο) το πόδι
    μάζεψε το κουλό σου, γιατί θα σ’ το σπάσω!
     συνώνυμα: ξερό
  3. (αργκό) κάτι που μας φαίνεται άτοπο ή περίεργο
    άρχισε πάλι τα κουλά του...

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κουλό