Αρχαία ελληνικά (grc) Edit

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ὁμάς ὁμάδε ὁμάδες
Γενική ὁμάδος ὁμάδοιν ὁμάδων
Δοτική ὁμάδι ὁμάδοιν ὁμάσι(ν)
Αιτιατική ὁμάδα ὁμάδε ὁμάδας
Κλητική ὁμάς ὁμάδε ὁμάδες

  Ετυμολογία Edit

ὁμάς < ὁμός

  ΟυσιαστικόEdit

ὁμάς θηλυκό

  1. το σύνολο


Συγγενικές λέξειςEdit