Δείτε επίσης: μάζα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αἱ
      γενική τῆς μᾶᾱς τῶν
      δοτική τῇ μᾶ ταῖς
    αιτιατική τὴν τὰς
     κλητική !
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ 
γεν-δοτ τοῖν 
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Από το μάσσω (ζυμώνω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μᾶζα θηλυκό, γεν. μάζης

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

η γενική πληθ. είναι ίδια με του αρσενικού ουσιαστικού μαζός που σήμαινε στον μαστό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία