Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκορπίζω < αρχαία ελληνική σκορπίζω < σκορπίος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ker- (κόβω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκορπίζω (παθητική φωνή: σκορπίζομαι)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκορπίζω < σκορπίος. Στο λεξικό του Chantraine πιθανολογείται η ετυμολογική σύνδεση λόγω της χρήσης του σκορπιού στη μαγεία. Ο Ηoffmann και ο Μπαμπινιώτης αντίθετα συνδέουν το ρήμα με τη μεταφορική έννοια της λέξης σκορπίος, «μηχανή εκτόξευσης βλημάτων».

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκορπίζω

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία