Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σκορπισμένος η σκορπισμένη το σκορπισμένο
      γενική του σκορπισμένου της σκορπισμένης του σκορπισμένου
    αιτιατική τον σκορπισμένο τη σκορπισμένη το σκορπισμένο
     κλητική σκορπισμένε σκορπισμένη σκορπισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σκορπισμένοι οι σκορπισμένες τα σκορπισμένα
      γενική των σκορπισμένων των σκορπισμένων των σκορπισμένων
    αιτιατική τους σκορπισμένους τις σκορπισμένες τα σκορπισμένα
     κλητική σκορπισμένοι σκορπισμένες σκορπισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκορπισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκορπώ και σκορπίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

σκορπισμένος, -η, -ο

  • {{βλ|σκορπώ]] και [[σκορπίζω}}

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία