Δείτε επίσης: Σκορπιός, σκόρπιος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σκορπιός οι σκορπιοί
      γενική του σκορπιού των σκορπιών
    αιτιατική τον σκορπιό τους σκορπιούς
     κλητική σκορπιέ σκορπιοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Ένας μαύρος σκορπιός.
 
Αναπαράσταση 'σκορπιού.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκορπιός < αρχαία ελληνική σκορπίος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /skɔɾˈpçiɔs/
συλλαβισμός: σκορ‐πιός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκορπιός αρσενικό

  1. (εντομολογία) μικρό αρθρόποδο που συγγενεύει με την αράχνη και ζει στα θερμά κλίματα. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι τα δύο εμπρόσθια άκρα, που έχουν σχήμα τανάλιας, και η μεγάλη αρθρωτή ουρά με δηλητηριώδες κεντρί στην άκρη της
  2. (ιχθυολογία) ψάρι που συγγενεύει με τη σκορπίνα, αλλά έχει μικρότερο μέγεθος
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος δηκτικός και πικρόχολος
  4. (ναυτικός όρος) δοκάρι υψηλής αντοχής του σκελετού των πλοίων από ξύλο ή σίδερο
  5. (ιστορία) μικρή πολεμική μηχανή που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι και έμοιαζε με βαλλίστρα
  6. (αστρολογία) → δείτε τη λέξη Σκορπιός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία