Δείτε επίσης: σκορπίος, σκορπιός, Σκορπιός
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σκόρπιος η σκόρπια το σκόρπιο
      γενική του σκόρπιου της σκόρπιας του σκόρπιου
    αιτιατική τον σκόρπιο τη σκόρπια το σκόρπιο
     κλητική σκόρπιε σκόρπια σκόρπιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σκόρπιοι οι σκόρπιες τα σκόρπια
      γενική των σκόρπιων των σκόρπιων των σκόρπιων
    αιτιατική τους σκόρπιους τις σκόρπιες τα σκόρπια
     κλητική σκόρπιοι σκόρπιες σκόρπια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σκόρπιος < σκορπίζω + -ιος

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈskoɾ.pçios/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈskoɾ.pçia/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈskoɾ.pçio/ ουδέτερο
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκόρ‐πιος

  Επίθετο

επεξεργασία

σκόρπιος, -α, -ο

  1. που έχει σκορπιστεί / διασκορπιστεί
    άλλες μορφές: σκορπισμένος, διασκορπισμένος
     συνώνυμα: διάσπαρτος
     αντώνυμα: μαζεμένος
  2. (μεταφορικά) που δεν διαθέτει συνεκτικότητα
  3. (ουσιαστικοποιημένο) αυτός που δεν είναι οργανωμένος, συγκροτημένος ή συστηματικός

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία