Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική οργανωμένος οργανωμένη οργανωμένο
γενική οργανωμένου οργανωμένης οργανωμένου
αιτιατική οργανωμένο οργανωμένη οργανωμένο
κλητική οργανωμένε οργανωμένη οργανωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οργανωμένοι οργανωμένες οργανωμένα
γενική οργανωμένων οργανωμένων οργανωμένων
αιτιατική οργανωμένους οργανωμένες οργανωμένα
κλητική οργανωμένοι οργανωμένες οργανωμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οργανωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος οργανώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

οργανωμένος

  1. αυτός που έχει οργανωθεί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία