Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο οργανωμένος η οργανωμένη το οργανωμένο
      γενική του οργανωμένου της οργανωμένης του οργανωμένου
    αιτιατική τον οργανωμένο την οργανωμένη το οργανωμένο
     κλητική οργανωμένε οργανωμένη οργανωμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οργανωμένοι οι οργανωμένες τα οργανωμένα
      γενική των οργανωμένων των οργανωμένων των οργανωμένων
    αιτιατική τους οργανωμένους τις οργανωμένες τα οργανωμένα
     κλητική οργανωμένοι οργανωμένες οργανωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οργανωμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος οργανώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

οργανωμένος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία