Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οργανώνω < όργανο + -ώνω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική organiser)

  ΡήμαΕπεξεργασία

οργανώνω (παθητική φωνή: οργανώνομαι)

  1. πραγματοποιώ κάτι έχοντας προηγουμένως σκεφτεί πολύ προσεκτικά κι έχοντας φροντίσει να γίνει σωστά
    Ο Γιάννης οργάνωσε ένα πάρτι στο σπίτι του για τα γενέθλιά του.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία