Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

οργανώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος οργανώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

οργανώνομαι

  1. με οργανώνουν.

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία