αποδιοργανώνω

Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

αποδιοργανώνω < από + διοργανώνω

  ΡήμαEdit

αποδιοργανώνω

  1. καταστρέφω την οργάνωση, κάνω κάποιον ή κάτι να χάσει τον ρυθμό της εργασίας ή της ζωής του

ΣυνώνυμαEdit

Συγγενικές λέξειςEdit

ΚλίσηEdit

  ΜεταφράσειςEdit