Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαχέω < αρχαία ελληνική διαχέω < διά και χέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

διαχέω

  1. σκορπίζω, διασκορπίζω
    διαχέω νερό στο δωμάτιο.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία