Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκορποχώρι τα σκορποχώρια
      γενική του σκορποχωριού των σκορποχωριών
    αιτιατική το σκορποχώρι τα σκορποχώρια
     κλητική σκορποχώρι σκορποχώρια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκορποχώρι < σκόρπ(ιος) + -ο- + -χώρι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /skoɾ.poˈxo.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκορ‐πο‐χώ‐ρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκορποχώρι ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τις λέξεις σκορπίζω και χωριό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία