Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνάγω < αρχαία ελληνική συνάγω< συν + ἄγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

συνάγω

  1. συγκεντρώνω
  2. μαζεύω, συγκεντρώνω
  3. συνδέω, συνενώνω
  4. (για συμπέρασμα) βγάζω, εξάγω (αφού μάζεψα όλα τα στοιχεία που οδηγούν σε αυτό), προκύπτει
    συνάγεται το συμπέρασμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία