Δείτε επίσης: ἥμερος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ήμερος η ήμερη το ήμερο
      γενική του ήμερου της ήμερης του ήμερου
    αιτιατική τον ήμερο την ήμερη το ήμερο
     κλητική ήμερε ήμερη ήμερο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ήμεροι οι ήμερες τα ήμερα
      γενική των ήμερων των ήμερων των ήμερων
    αιτιατική τους ήμερους τις ήμερες τα ήμερα
     κλητική ήμεροι ήμερες ήμερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ήμερος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἥμερος < άγνωστης ετυμολογίας. Δεν σχετίζεται με το ημέρα < ἦμαρ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈi.me.ros/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ή‐με‐ρος
ομόηχο: ίμερος
παρώνυμο: ήρεμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ήμερος

  1. (για ζώα) που δεν είναι άγριος, που έχει εξημερωθεί· εξημερωμένος
  2. (για φυτά) που καλλιεργείται από τον άνθρωπο, που δεν φυτρώνει από μόνος του σε άγρια κατάσταση
  3. (για ανθρώπους) πράος
  4. που γίνεται χωρίς βία ή χωρίς ένταση
    ※  Ο Παντελής την έθαψε χωρίς σπαραγμό κ' ευχαρίστησε το θεό για τον ήμερο θάνατο που της έδωσε. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι, 1966 [διηγήματα])

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία