Δείτε επίσης: ἡμερεύω

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ημερεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ημερεύω < ἥμερος < αρχαία ελληνική ἥμερος. Συγχρονικά αναλύεται σε ήμερ(ος) + -εύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.meˈɾe.vo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ημερεύω, αόρ.: ημέρεψα, χωρίς παθητική φωνή

  1. (μεταβατικό) εξημερώνω, τιθασεύω κάποιον / κάτι
     αντώνυμα: εξαγριώνω
  2. (μεταβατικό) (μεταφορικά) καθησυχάζω κάποιον, προσπαθώ να τον ηρεμήσω
     αντώνυμα: αγριεύω, κεντρίζω, προκαλώ
  3. (αμετάβατο) (μεταφορικά) ηρεμώ, έχω ηπιότερη συμπεριφορά
  4. (αμετάβατο) (μεταφορικά) γίνομαι λιγότερο έντονος, άγριος ή απότομος
     συνώνυμα: γαληνεύω, ησυχάζω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία