Ετυμολογία

επεξεργασία
αγριεύω < άγριος

αγριεύω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάποιον ή κάτι άγριο
  2. (αμετάβατο) γίνομαι πιο άγριος
  3. (αμετάβατο) θυμώνω, δείχνω θυμό, οργή, αγανάκτηση με λόγια ή με το βλέμμα μου

  Μεταφράσεις

επεξεργασία