Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγριεύω < άγριος

  ΡήμαΕπεξεργασία

αγριεύω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάποιον ή κάτι άγριο
  2. (αμετάβατο) γίνομαι πιο άγριος
  3. (αμετάβατο) θυμώνω, δείχνω θυμό, οργή, αγανάκτηση με λόγια ή με το βλέμμα μου

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία