Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άγριος η άγρια το άγριο
      γενική του άγριου της άγριας του άγριου
    αιτιατική τον άγριο την άγρια το άγριο
     κλητική άγριε άγρια άγριο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άγριοι οι άγριες τα άγρια
      γενική των άγριων των άγριων των άγριων
    αιτιατική τους άγριους τις άγριες τα άγρια
     κλητική άγριοι άγριες άγρια
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άγριος < αρχαία ελληνική ἄγριος < ἀγρός· αυτός που ζει και αναπτύσσεται στους αγρούς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.ɣɾi.os/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άγριος, -α, -ο

  1. (για ζώα και φυτά) που ζει ελεύθερος στη φύση, δεν έχει εξημερωθεί από τον άνθρωπο
    Τα άγρια ζώα δεν είναι εξοικειωμένα με τον άνθρωπο, τον φοβούνται και τον αποφεύγουν.
  2. (για λαούς) που δεν έχει ανεπτυγμένο τεχνικό πολιτισμό
  3. σκληρός, επιθετικός
    άγριο βλέμμα
  4. ανυπότακτος
    Οι κάτοικοι που ζούσαν στα βουνά των περιοχών αυτών ήσαν άγριοι, ανυπότακτοι, πολύ θαρραλέοι και λάτρευαν την ελευθερία τους (από το λήμμα Λαζοί της Βικιπαίδειας)
  5. δύσκολος να αντιμετωπιστεί, αφιλόξενος
    η Άγρια Δύση, άγρια δάση, άγρια καταιγίδα
    Ἀνάμεσα μιὰ ἄγρια βλάστησις ἔδειχνε τὴν ἐμορφιά της στὴν ἄπειρη συμφωνία τῶν χρωμάτων της. (Γεράσιμος Bώκος, Πεντέλη)
  6. πολύ έντονος
    το άγριο ποδοβολητό του οινοπνεύματος στις φλέβες ή ο άγριος βήχας αφυπνίζουν τα σπλάχνα (Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορίες του βλέμματος, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 9-7-2000)
  7. τραχύς
    τρίψε με γυαλόχαρτο τον τοίχο να γίνει λιγότερο άγριος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία