Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τραχύς η τραχιά το τραχύ
      γενική του τραχιού
τραχύ
της τραχιάς του τραχιού
τραχύ
    αιτιατική τον τραχύ την τραχιά το τραχύ
     κλητική τραχύ τραχιά τραχύ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τραχιοί
τραχείς
οι τραχιές τα τραχιά
      γενική των τραχιών των τραχιών των τραχιών
    αιτιατική τους τραχιούς
τραχείς
τις τραχιές τα τραχιά
     κλητική τραχιοί
τραχείς
τραχιές τραχιά
Κατηγορία όπως «βαθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραχύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τραχύς [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɾaˈçis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρα‐χύς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τραχύς, -ιά, -ύ

  1. με ανώμαλη επιφάνεια, όχι λείος
  2. (για έδαφος) κακοτράχαλος, πετρώδης
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος απότομος στους τρόπους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία