Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική τραχύς τραχιά τραχύ
γενική τραχιού
τραχύ
τραχιάς τραχιού
αιτιατική τραχύ τραχιά τραχύ
κλητική τραχύ τραχιά τραχύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τραχιοί
τραχείς
τραχιές τραχιά
γενική τραχιών τραχιών τραχιών
αιτιατική τραχιούς
τραχείς
τραχιές τραχιά
κλητική τραχιοί
τραχείς
τραχιές τραχιά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραχύς < αρχαία ελληνική τραχύς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɾa.ˈçis/ αρσενικό
ΔΦΑ : /tɾa.ˈça/ θηλυκό
ΔΦΑ : /tɾa.ˈçi/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τραχύς, -ιά, -ύ

  1. με ανώμαλη επιφάνεια, όχι λείος
  2. (για έδαφος) κακοτράχαλος, πετρώδης
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος απότομος στους τρόπους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία