Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραχύδερμος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τραχύδερμος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία