Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγρίεμα τα αγριέματα
      γενική του αγριέματος των αγριεμάτων
    αιτιατική το αγρίεμα τα αγριέματα
     κλητική αγρίεμα αγριέματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγρίεμα < αγριεύω + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγρίεμα ουδέτερο

  1. το να γίνεσαι άγριος απέναντι σε κάποιον, να προσπαθείς να τον φοβίσεις
  2. το αποτέλεσμα του αγριεύω (στην έκφραση του προσώπου)
    το ξαφνικό αγρίεμα της μορφής του έδειχνε ότι κάποια σκέψη άρχισε να τον βασανίζει
  3. το αποτέλεσμα του αγριεύω (για καιρικά φαινόμενα)
    το ξαφνικό αγρίεμα της θάλασσας έκανε τους ψαράδες να τρέξουν στην παραλία ανήσυχοι για τις βάρκες τους
  4. το αποτέλεσμα του αγριεύομαι, ο αιφνίδιος φόβος που νιώθει κάποιος όταν βρίσκεται μόνος σε ένα έρημο ή σκοτεινό μέρος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία