Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγρός οι αγροί
      γενική του αγρού των αγρών
    αιτιατική τον αγρό τους αγρούς
     κλητική αγρέ αγροί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγρός < από την αρχαία ελληνική ἀγρός, η οποία μπορεί να προέρχεται από το ρήμα ἄγω (: οδηγώ), με την έννοια ότι οδηγούσαν τα ποίμνια στους ἀγρούς, δηλαδή στα χωράφια που δεν καλλιεργούνταν για κάποιο διάστημα ή < από τη Λατινική ager (γεν.agri)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈɣɾɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγρός αρσενικό

  • έκταση γης που μπορεί να καλλιεργηθεί
  • αγρός αίματος ή αγρός κεραμέως: ό,τι αγοράζεται με χρήματα που αποκτήθηκαν με άνομες ενέργειες ή συναλλαγές
Οι φράσεις προέρχονται από την Καινή Διαθήκη: με τα τριάκοντα αργύρια που επέστρεψε ο Ιούδας στους αρχιερείς, όταν μετανόησε για την προδοσία του Ιησού, αγοράστηκε, για να θάβονται εκεί οι εγκληματίες, το χωράφι ενός κεραμοποιού, που στο εξής ονομαζόταν "αγρός αίματος" (από το αίμα της προδοσίας του Ιησού) ή "αγρός κεραμέως" (διότι ανήκε σε κεραμοποιό).

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία