Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

field (en)

  1. αγρός
  2. πεδίο
  3. (μαθηματικά) σώμα
  4. (πληροφορική) το πεδίο και ειδικότερα για τις βάσεις δεδομένων:
    ※  A field is a column in a table that is designed to maintain specific information about every record in the table.[1]
    λείπει η μετάφραση

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • field στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. (αγγλικά) "Introduction to SQL". Προσπέλαση 2020-03-19